Ζάκυνθος

Ζάκυνθος
I
Μυθολογικό πρόσωπο. Πατέρας του ήταν ο Δάρδανος, γιος του Δία και της Ηλέκτρας. Ο Ζ. έφυγε από τη Φρυγία, όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Τεύτρου, βασιλιά της χώρας. Από εκεί πήγε στην Αρκαδία και, αφού παρέλαβε αρκετούς άντρες από την Ψωφίδα, κατέλαβε ένα νησί του Ιονίου –τη Ζάκυνθο– και του έδωσε το όνομά του.
II
Πόλη (11.196 κάτ.) και πρωτεύουσα του ομώνυμου νησιού. Βρίσκεται περίπου στη μέση της ανατολικής ακτογραμμής και έχει αναπτυχθεί κατά μήκος της στενής λωρίδας γης που δημιουργείται ανάμεσα στη θάλασσα και τους πρόποδες του λόφου του Κάστρου. Αποτελεί έδρα του δήμου Ζακυνθίων. Η αρχαία πόλη φαίνεται πως βρισκόταν περιτειχισμένη πάνω στον λόφο. Ακριβή τοπογραφικά στοιχεία δεν υπάρχουν και επιπλέον δεν έχουν γίνει ανασκαφικές έρευνες. Στην ίδια θέση πιθανολογείται ότι βρισκόταν και η βυζαντινή Ζ. και, αργότερα, η μεσαιωνική και η φραγκική. Το σημερινό κάστρο είναι αυτό που περιέβαλε την πόλη την εποχή των Τόκκων, όμως τα τείχη του έχουν επισκευαστεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια των ετών, έτσι ώστε δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος του τείχους εκείνης της εποχής. Το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου στις πύλες του θα θυμίζει πάντα τη μακραίωνη παρουσία της Βενετίας στο νησί.
Στη θέση της σημερινής πόλης υπήρχε κατά τον Μεσαίωνα ένας υποτυπώδης παράλιος οικισμός, το Μπόργκο ντέλα Μαρίνα (Borgo della Marina), που αναπτύχθηκε δυναμικά μετά τη βενετσιάνικη κατάκτηση, όταν η πόλη του Κάστρου, μην μπορώντας να επεκταθεί και δίχως θαλάσσια διέξοδο, ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες. Έτσι, η πόλη άρχισε να εξαπλώνεται, με διαδοχικές επιχωματώσεις της αβαθούς θαλάσσιας έκτασης που απλωνόταν μπροστά της, και να εκτείνεται σε μήκος. Στην τελική της μορφή, έως τους σεισμούς του 1953 που την εξαφάνισαν, η Ζ. είχε μήκος περίπου 2.500 μ. και πλάτος μεταξύ 100 έως 400 μ. Ακριβώς στην ίδια θέση και σχεδόν με την ίδια πολεοδομική διάταξη, έχει ανοικοδομηθεί και η νέα πόλη.
Σήμερα η Ζ. είναι μια ευχάριστη και ευπρόσωπη πόλη. Διατηρεί τους δρόμους με τις τοξωτές στοές, που αποτελούσαν πάντα το χαρακτηριστικό της, διαθέτει μεγάλες πλατείες και πολλά επιβλητικά δημόσια κτίρια. Τα σπουδαιότερα, συγκεντρωμένα γύρω από την πλατεία Σολωμού και την παλιά βενετσιάνικη τριγωνική πλατεία του Αγίου Μάρκου, είναι το δημαρχείο, η βιβλιοθήκη, το μουσείο, το μουσείο Σολωμού, το διοικητήριο κ.ά.
III
Νησί (402 τ. χλμ., 38.957 κάτ.) του Ιονίου πελάγους. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Ιονίου πελάγους, 8,5 ναυτικά μίλια Ν της Κεφαλονιάς και 9,5 ναυτικά μίλια Δ της Πελοποννήσου. Το νησί είναι το τρίτο σε έκταση του επτανησιακού συγκροτήματος. Για τη διοικητική διαίρεση, βλ. λ. Ζακύνθου, νομός.
Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα. Μορφολογικά, η Ζ. μπορεί να διακριθεί σε δύο κύρια τμήματα: το πεδινό ανατολικό τμήμα του νησιού που είναι πολύ πυκνοκατοικημένο, και το ορεινό, αραιοκατοικημένο, στο δυτικό τμήμα με το επίμηκες βουνό Βραχιώνας (756 μ.). Σχετικά ορεινή είναι και η νοτιοανατολική χερσόνησος Σκοπός (492 μ.). Φυσικά, αυτή η γενική εικόνα αναλύεται σε πολλές άλλες και τα δύο βασικά αυτά τμήματα περικλείουν μεγάλη ποικιλία μορφών, που προσδίδουν όχι μόνο μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία αλλά και μια ιδιαίτερη κλίμακα, ενιαία σε όλη την έκταση του νησιού. Έτσι, στο πεδινό τμήμα, κατάφυτοι μαλακοί λόφοι διασπούν τη μονοτονία του κάμπου, ενώ οι εναλλαγές ερημιάς και ανθρώπινης παρουσίας στο ορεινό τμήμα συνθέτουν ένα ωραιότατο τοπίο. Τα παράλια του νησιού, χαμηλά και με μικρό διαμελισμό στην ανατολική πλευρά, είναι ψηλότερα στη δυτική και κάποτε βραχώδη και απότομα. Στο νότιο τμήμα του νησιού εκτείνεται ο μεγάλος κόλπος του Λαγανά, μέσα στον οποίο βρίσκονται τα ακατοίκητα νησάκια Μαραθονήσι και Πελούζο.
Γεωτεκτονικά, η Ζ. ανήκει στη ζώνη των Παξών. Σε διάφορα σημεία του νησιού συναντώνται, μέσα στα νεογενή πετρώματα, κοιτάσματα γύψου και, στον όρμο του Κεριού στον κόλπο του Λαγανά, ορυκτοί υδρογονάθρακες.
Και η Ζ., όπως όλη η Ιόνιος ζώνη, είναι από τις κυριότερες σεισμικές περιοχές της Ελλάδας.
Ποταμοί δεν υπάρχουν στο νησί, αλλά μόνο υπόγεια ύδατα καρστικής προέλευσης.
Το κλίμα, θαλάσσιο μεσογειακό, είναι από τα γλυκύτερα της Ελλάδας. Η θερμοκρασία κατά τον ψυχρότερο μήνα, τον Ιανουάριο, παρουσιάζει μέση τιμή 11,2°C, και κατά τον θερμότερο, τον Ιούλιο, 26,1°C. Οι χειμώνες είναι γενικά ήπιοι, τα καλοκαίρια δροσερά, και το ετήσιο θερμομετρικό εύρος λίγο κατώτερο των 15°C. Η σχετική υγρασία του αέρα, που κυμαίνεται στους 70 βαθμούς, είναι μικρότερη από των Κυκλάδων, που βρίσκονται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος. Η νέφωση, με μέση ετήσια τιμή 3,2 είναι από τις πιο μικρές της χώρας, ενώ σε ηλιοφάνεια (160 αίθριες ημέρες, 30 νεφοσκεπείς) έρχεται δεύτερη, μετά τα Δωδεκάνησα. Η βροχή είναι άφθονη (μέσο ετήσιο ύψος 1.150 χιλιοστά) εξαιτίας των κινούμενων από τα Δ προς τα Α νεφώσεων και των συχνών υγρών ανέμων του νότιου τομέα. Το χιόνι είναι σπάνιο και δεν διατηρείται περισσότερο από 1-2 ημέρες. Συχνές είναι οι καταιγίδες και το χαλάζι, ιδιαίτερα από τον Οκτώβριο έως τον Φεβρουάριο. Κατά την ψυχρή περίοδο επικρατούν οι νοτιοδυτικοί άνεμοι και κατά τους θερινούς μήνες, ιδιαίτερα από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο, οι βορειοδυτικοί (μελτέμια) σε ολόκληρη την περιοχή του Ιονίου.
απέκτησε την ανεξαρτησία της φθάνοντας σε μεγάλη ακμή ως σύμμαχος των Λακεδαιμονίων και, ύστερα, των Αθηναίων (456 π.Χ.). Στους μετέπειτα χρόνους, περιήλθε στην κυριαρχία του Φίλιππου της Μακεδονίας και αργότερα συμμάχησε με τους Αιτωλούς εναντίον των Μακεδόνων. Το 150 π.Χ. την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι, οι οποίοι της παραχώρησαν μερική αυτονομία, κατά τη διάρκεια της οποίας άρχισε να αναπτύσεται. Από τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες αποτέλεσε, όπως όλα τα Επτάνησα, τμήμα της αυτοκρατορίας.
Η ξένη κατοχή άρχισε στο νησί το 1185 και συνεχίστηκε για επτά αιώνες, κατά τους οποίους η Z. γνώρισε την κατοχή πολλών ξένων κυρίαρχων, δυτικής πάντοτε προέλευσης. Η ηγεμονία των Ορσίνι, με τις αμέτρητες προσωπικές περιπέτειές τους, ήταν μία ταραγμένη εποχή για τη Ζ. και ο πληθυσμός φαίνεται πως υπέφερε πολύ από τις πιέσεις και τις φορολογίες και από την προσπάθεια βίαιης επιβολής του καθολικισμού στους ορθόδοξους κατοίκους. Υπό την κυριαρχία των Τόκκων, οι οποίοι από το 1357 διαδέχτηκαν τους Ορσίνι, οι κάτοικοι άρχισαν να ζουν καλύτερα, καθώς υπήρχε στοιχειώδης διοικητική οργάνωση ενώ παράλληλα εξασθενούσαν οι πιέσεις του καθολικού κλήρου. Την τελευταία περίοδο της φραγκοκρατίας η Ζ. αριθμούσε 25.000 κατοίκους. Η ηγεμονία των Τόκκων, που όφειλαν την ύπαρξή τους περισσότερο στο διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ πάπα, Βενετίας και Ανδηγαυών της Νάπολης και λιγότερο στη δύναμή τους, εξακολούθησε έως το 1479. Τότε, η Ζ. περιήλθε στους Βενετούς, οι οποίοι έσπευσαν να την καταλάβουν προκειμένου να αναπληρώσουν τις απώλειες, από τα λιμάνια-βάσεις (Χαλκίδα, Ναύπακτο, Μεθώνη) που τους αφαίρεσαν οι Τούρκοι. Η ενετοκρατία συνεχίστηκε μέχρι την πτώση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Το 1797 κατέλαβαν το νησί τα στρατεύματα της Γαλλικής δημοκρατίας (που παρέμειναν μόνο 15 μήνες) και αμέσως ύστερα οι Ρωσοι και οι Τούρκοι, τους οποίους διαδέχτηκαν οι Άγγλοι. Στην κατοχή των τελευταίων παρέμεινε έως το 1864 οπότε, μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα, ενώθηκε με την Ελλάδα.
Σημαντικός είναι ο ρόλος της Ζ. στους απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον των Τούρκων. Επιπλέον, κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους υπήρξε κέντρο της Φιλικής Εταιρείας. Βλ. λ. Επτάνησα.
Χριστιανική τέχνη. Οι διαδοχικοί σεισμοί κατέστρεψαν τα κτίρια που χρονολογούνταν πριν από τον 17o αι. Όμως, τα αξιόλογα παλαιοχριστιανικά γλυπτά (στο μουσείο) και ορισμένα κτιριακά υπολείμματα στην ύπαιθρο πείθουν ότι και στην περίοδο από τον 4o έως τον 7ο αι. μ.Χ. είχαν ανεγερθεί σημαντικά εκκλησιαστικά οικοδομήματα. Από την κυρίως βυζαντινή εποχή σώζονται μόνο τα ερείπια του μεγάλου ναού του Παντοκράτορα μέσα στο κάστρο και διατηρούνται ελάχιστες τοιχογραφίες καθώς και μερικά γλυπτά. Ο μεγάλος αριθμός των εκκλησιών που υπήρχε στη Z. έως τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953 είχαν ή έχουν χτιστεί μόνο από τον 17o αι. και ύστερα.
Αποφασιστική σημασία για τη διαμόρφωση μιας τέχνης με ξεχωριστό χαρακτήρα στη Ζ. αποτέλεσε το γεγονός ότι από το 1205 το νησί βρισκόταν στα χέρια Φράγκων, ότι ποτέ δεν ήταν υπό την κυριαρχία των Τούρκων και ότι από το 1480-1500 και εξής εδραιώθηκε βενετική κυριαρχία στην περιοχή. Για τους ορθόδοξους Έλληνες κατοίκους, που προέρχονταν από τις γειτονικές ελληνικές περιοχές, πνευματική και καλλιτεχνική μητρόπολη θεωρήθηκε η επίσης βενετοκρατούμενη Κρήτη με καθοριστικής σημασίας πνευματική άνθηση, που17ου αι. έως το τέλος του 18ου. Λίγο πριν από τα μέσα του 18ου αι. εμφανίστηκαν ζωγράφοι με σπουδές στην Ιταλία, που επεδίωξαν τη ρήξη με το παρελθόν, σπάζοντας όλους τους δεσμούς με τη μεσαιωνική παράδοση. Ο Παναγιώτης Δοξαράς, θαυμαστής του Βερονέζε, και ο γιος του, Νικόλαος Δοξαράς, υπήρξαν οι εισηγητές του νέου κινήματος· ίσως πρέπει να προστεθεί και ο Ιερώνυμος Πλακωτός. Με αυτούς τους καλλιτέχνες έκανε την εμφάνισή της μια καινούργια αντίληψη για τη μνημειακή ζωγραφική, από την Ιταλία των Βερονέζε και Τιέπολο, που άλλαξε τις οπτικές συνήθειες των Ζακυνθινών. Σημασία έχει ότι αυτοί οι καλλιτέχνες, Μανιάτες εγκατεστημένοι στη Λευκάδα, ήρθαν από έξω και δεν αποτελούσαν αναγκαίο σκαλοπάτι στην οργανική εξέλιξη της ζωγραφικής της Ζ. Η διακόσμηση της Φανερωμένης με τους μεγάλους πίνακες για την ουρανία και τους τοίχους, του Νικολάου Δοξαρά, το 1750-60, είχε τη σημασία ότι καθιέρωνε την καινούργια τεχνοτροπία στην εκκλησιαστική ζωγραφική μέσα σε έναν εκκλησιαστικό χώρο που από τον μπαρόκ χαρακτήρα του ήταν έτοιμος να δεχτεί στα καλοσχεδιασμένα κυματιστά πλαίσια αυτή την ταραγμένη και μάλλον κοσμική τέχνη.
Οι διάδοχοι και συνεχιστές τους, Νικόλαος Κουτούζης (1741-σταμάτησε απότομα με την τουρκική κατάκτηση, το 1669. Τα Επτάνησα δέχτηκαν την κληρονομιά της Κρήτης και ειδικότερα η Ζ. στην τέχνη. Ήδη, τον 16o αι., Κρητικοί ζωγράφοι εργάζονταν στην περιοχή, όπως οι αδελφοί Καιροφύλλα. Ακόμα, Κρητικοί ξυλογλύπτες κατασκεύαζαν τέμπλα στις ζακυνθινές εκκλησίες κατά τη διάρκεια όλου του 17ου αι. Δεν αποκλείεται, τέλος, οι Κρητικοί ζωγράφοι που ταξίδευαν τακτικά στη Δαλματία ή στη Βενετία να σταματούσαν στη Ζ. Μετά την τουρκική κατάκτηση της Κρήτης, μαζί με τους Κρητικούς πρόσφυγες λογίους, κληρικούς και καλλιτέχνες, εγκαταστάθηκαν και ολόκληρες συντεχνίες τεχνιτών που έφερναν μαζί τους εκτός από την τέχνη τους και τη σκευή ολόκληρων εκκλησιών που ανήκαν στη συντεχνία. Έτσι, το χειροτεχνικό δυναμικό του νησιού αυξήθηκε, με αποτέλεσμα να πλουτίσουν και οι εκκλησίες –εκτός από τις νέες που έχτισαν ειδικά οι Κρητικοί, όπως η Παναγία η Επισκοπιανή– με αξιόλογες κρητικές εικόνες του 16ου αι., από τις οποίες μερικές φέρουν υπογραφές σημαντικών ζωγράφων, όπως ο Άγγελος, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Γεώργιος Κλότζας, ο Δημήτριος ιερεύς, αλλά και του 17ου αι., όπως οι Χανιώτες Αντώνιος Μπορής και Κωνσταντίνος Παλαιοκαπάς, οι Ρεθυμνιώτες Εμμανουήλ Λαμπάρδος και Εμμανουήλ Τζάνες, ο Βίκτωρ κ.ά. Οι εικόνες αυτές ήταν πιστές στην παλιά βυζαντινή παράδοση με την καθιερωμένη εικονογραφία, την αντιρρεαλιστική τους διάθεση, την αυστηρή τους έκφραση, που χαρακτηρίζουν την κρητική ζωγραφική τέχνη. Οι δυτικές επιδράσεις ήταν διακριτικές και πλήρως αφομοιωμένες. Οι Κρητικοί ζωγράφοι που εγκαταστάθηκαν στη Ζ., όπως ο Ηλίας Μόσκος ή ο Λέος Μόσκος, προσαρμόστηκαν στο εγχώριο περιβάλλον, όπου μια δυναμική αριστοκρατία ιταλικής καλλιέργειας και μια σημαντική προοδευτική αστική τάξη απαιτούσαν μεγάλες παραχωρήσεις προς την ιταλική ζωγραφική, όχι μόνο στον τομέα της κοσμικής τέχνης αλλά και της θρησκευτικής. Ήταν αναγκαίος ένας νέος συμβιβασμός. Η περιπάθεια, η ζωηρή έκφραση του πόνου και της οδύνης, η απόδοση του σωματικού όγκου άρχισαν να εμφανίζονται μαζί με θέματα λιγότερο γνωστά στην ορθόδοξη εικονογραφία, και οι πίνακες με τα νέα χαρακτηριστικά διαδόθηκαν σε όλα τα Επτάνησα. Πιθανότατα, ο κυριότερος καλλιτέχνης που καθιέρωσε αυτή την τάση ήταν ο Ηλίας Μόσκος. Την τεχνοτροπία του συνέχισαν οι καλλιτέχνες της επόμενης γενιάς, όπως ο Νικόλαος Καλλέργης, ο Δημήτριος Σταυράκης κ.ά.
Ζωγράφοι δεν έρχονταν μόνο από την Κρήτη. Στις αρχές του 17ου αι. εργάζονταν στη Ζ. οι αδελφοί Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος από το Ναύπλιο και, λίγο αργότερα, ανώνυμοι τεχνίτες από τη Στερεά Ελλάδα φιλοτέχνησαν, με τοιχογραφίες μιας τεχνοτροπίας πιο τραχιάς, μικρές εκκλησίες στην ύπαιθρο, όπως αυτή του Αγίου Ανδρέα στις Βολίμες (τώρα στο μουσείο).
Ζακυνθινοί ζωγράφοι εμφανίστηκαν μόνο γύρω στο 1700, όπως για παράδειγμα ο Σπυρίδων Τέντας, ο Γεράσιμος Κουλουμπής, ο Γεώργιος Γρυπάρης κ.ά. Ήταν μέτριοι τεχνίτες που συνέχισαν τις τεχνικές μεθόδους των Κρητικών του 1813) και Νικόλαος Καντούνης (1764-1834), που αντιπροσωπεύουν τη γνησιότερη και καλλιτεχνικά πιο αξιόλογη μορφή της ζακυνθινής ζωγραφικής, απέφυγαν τις μεγάλες μνημειακές συνθέσεις και στράφηκαν στην προσωπογραφία. Ακόμα και απεικονίσεις ιερών προσώπων διέθεταν έναν ξεκάθαρο χαρακτήρα πορτρέτου, που δεν ήταν στερημένος, μερικές φορές, από μια ελαφρά σκωπτική διάθεση. Την εποχή που αυτοί οι ζωγράφοι, καθώς επίσης ο Αντώνιος Ρήφιος κ.ά., διακοσμούσαν τις σημαντικότερες εκκλησίες και τα αρχοντικά, το πνευματικό επίπεδο του νησιού ήταν πολύ υψηλό. Ο Σολωμός και ο Κάλβος ήταν σύγχρονοί τους.
Μνημεία. Ο μνημειακός πλούτος της Ζ. υπέστη ανυπολόγιστη καταστροφή στους σεισμούς του Αυγούστου 1953, όταν ολόκληρη η πολιτεία με τα παλιά αρχοντικά σε ρυθμό ροκοκό ή νεοκλασικό, με περισσότερες από εξήντα μεγάλες και μικρές εκκλησίες, γκρεμίστηκε και μέσα σε λίγες μέρες κάηκε. Όρθιος απέμεινε στην πόλη μόνο ο Άγιος Νικόλαος του Μώλου (17ος αι.), ενώ από τις άλλες μπόρεσαν να αναστηλωθούν, με τις ίδιες παλιές πέτρες, η Παναγία των Αγγέλων (1687) και η Φανερωμένη (1633). Μόνο το βενετσιάνικο κάστρο έμεινε αλώβητος μάρτυρας των περασμένων μεγαλείων της πόλης. Στην ύπαιθρο σώθηκαν πολλές εκκλησίες, δίχως τη λαμπρότητα των αστικών ναών, αλλά είναι οι μόνες που αντιπροσωπεύουν με τη λιτή τους διακόσμηση, τα λυγερά καμπαναριά και τις κομψές σιδεριές στα παράθυρα τη χαρακτηριστική ζακυνθινή αρχιτεκτονική. Τα μοναστήρια του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στις Αλυκές, της Αναφωνήτρας, της Σκοπιώτισσας, του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών παρέχουν ακόμα την όψη της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής του νησιού, που διέθετε και αυτή έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, διαφορετικό από τα μοναστήρια της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας.
Μουσείο. Από νωρίς, δημιουργήθηκε η ανάγκη να συγκεντρωθούν αξιόλογα έργα τέχνης σε έναν χώρο και περίπου το 1930 συγκεντρώθηκαν στον ναό του Παντοκράτορα (στην πλατεία, 17ος αι.) πολλές και αξιόλογες εικόνες. Αργότερα, αρκετές μεταφέρθηκαν στο παλιό Ενεχυροδανειστήριο (15ου αι.) και κάηκαν μαζί του το 1953, ενώ όσες έμειναν στον ερειπωμένο ναό του Παντοκράτορα σώθηκαν, μαζί με τις εικόνες της εκκλησίας και το κομψό τέμπλο της, έργο του Κρητικού Άγγελου Μοσκέτη (1668). Τα πολλά και σημαντικά έργα που διασώθηκαν μέσα από τα ερείπια –με τη φροντίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας– μαζί με τις εικόνες του παλιού μουσείου έχουν εκτεθεί, ύστερα από επεξεργασία συντήρησης, στο κτίριο του νέου μουσείου (1960), σε χρονολογική σειρά. Η ξυλογλυπτική αντιπροσωπεύεται με δύο τέμπλα και πολλά βημόθυρα, πλαίσια εικόνων κ.ά., η τοιχογραφία με το σύνολο των τοιχογραφιών του Αγίου Ανδρέα στις Βολίμες καθώς και με άλλες αποτοιχισμένες από τα ερείπια εικόνες, κρητικές και ζακυνθινές, πίνακες των προαναφερθέντων ζωγράφων καθώς και ζακυνθινά έπιπλα. Εν ολίγοις, το μουσείο της Ζ. είναι ένα αξιόλογο μουσείο μεταβυζαντινής επτανησιακής τέχνης.
Το γραφικό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ένα από τα σημαντικότερα της Ζακύνθου, με πολλές αξιόλογες φορητές εικόνες.
Τα καμπαναριά είναι χαρακτηριστικά έργα της ζακυνθινής και γενικότερα της επτανησιακής αρχιτεκτονικής. Στη φωτογραφία, καμπαναριό στον οικισμό Κερί (φωτ. Σ. Τσελέντη).
Αντιπροσωπευτικό δείγμα καμπαναριού στον οικισμό Βολίμες της Ζακύνθου (φωτ. Σ. Τσελέντη).
Το εσωτερικό της Αγίας Μαρίνας στον ομώνυμο οικισμό της Ζακύνθου. Μόνο στις εκκλησίες που σώθηκαν έξω από την πόλη μπορεί να αναγνωρίσει κανείς την ενδεικτική διακόσμηση του εσωτερικού χώρου, όπως διαμορφώθηκε τελικά στον 19o αι. (φωτ. Σ. Τσελέντη).
Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στη Ζάκυνθο. Οι εκκλησίες της υπαίθρου, χωρίς τη λαμπρότητα των αστικών ναών, αντιπροσωπεύουν με τη λιτή τους διακόσμηση, τα καμπαναριά και τις κομψές σιδεριές στα παράθυρα τη χαρακτηριστική ζακυνθινή αρχιτεκτονική.
«Ο απόστολος Ζακχαίος και ο Ιησούς», φορητή βυζαντινή εικόνα άγνωστου ζωγράφου.
«Ο ευαγγελιστής Λουκάς ζωγραφίζει την Παναγία», έργο του Νικόλαου Καντούνη, στο οποίο αναγνωρίζονται οι χρωματικές ικανότητες του Ζακυνθινού ζωγράφου και αγιογράφου (Μουσείο της Ζακύνθου).
Ο «Ευαγγελισμός», τυπικός πίνακας της ζακυνθινής ζωγραφικής, όπως είχε διαμορφωθεί στις αρχές του 19ου αι.
Τμήμα του τέμπλου από τον ναό του Παντοκράτορα, έργο του Κρητικού Άγγελου Μοσκέτη (1668).
Τμήμα από τις αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ανδρέα στον οικισμό Βολίμες της Ζακύνθου, έργο της τεχνοτροπίας των αγιογράφων της Στερεάς Ελλάδας (Μουσείο της Ζακύνθου).
Φωτογραφία της Ζακύνθου από δορυφόρο της ΝΑΣΑ (φωτ. ΝΑSA, earth.jsc.nasa.gov).
«Η Παναγία του Πάθους» (1641), έργο του αγιογράφου, κληρικού και συνθέτη εκκλησιαστικών ακολουθιών Εμμανουήλ Τζάνε (Μουσείο της Ζακύνθου).
«Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», εικόνα αντιπροσωπευτική της αγιογραφίας του 16ου αι. (Μουσείο της Ζακύνθου).
Ακτή στη Ζάκυνθο που έχει ανακηρυχθεί Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο, λόγω της παρουσίας της θαλάσσιας χελώνας καρέτα-καρέτα (φωτ. ΑΠΕ).
Το νησάκι Πελούζος, στον κόλπο του Λαγανά της Ζακύνθου, το οποίο έχει το σχήμα της χελώνας καρέτα-καρέτα (φωτ. ΑΠΕ).
Το λιμάνι στην πόλη της Ζακύνθου (φωτ. ΑΠΕ).
Παρά τους καταστροφικούς σεισμούς που έχει υποστεί, η Ζάκυνθος διαθέτει κτίρια εξαίρετης αρχιτεκτονικής και προσφέρει όμορφα τοπία, που αποτελούν πόλο έλξης για τους ταξιδιώτες (φωτ. ΑΠΕ).
Ο κόλπος του Λαγανά στη Ζάκυνθο (φωτ. ΑΠΕ).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ζάκυνθος — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζάκυνθος — Sp Zãkintas Ap Ζάκυνθος/Zakynthos L s. Jonijos j. ir mst. joje, Graikijos nomas …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Ζάκυνθος — η νησί του Ιονίου πελάγους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Καιροφύλας, Κώστας — (Ζάκυνθος 1881 – 1960).Ιστοριοδίφης και δημοσιογράφος. Έζησε και εργάστηκε είκοσι χρόνια στην Ευρώπη ως ανταποκριτής εφημερίδων. Η διαμονή του εκεί του προσέφερε την ευκαιρία να ερευνήσει τα αρχεία της Ρώμης, του Βερολίνου, του Μιλάνου, του… …   Dictionary of Greek

  • Βαρβιάνης, Διονύσιος — (Ζάκυνθος 1788 – 1866). Λόγιος από τη Ζάκυνθο, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, φυσικομαθηματικός. Αναφέρεται και με το επώνυμο Βαρβίας. Ήταν εκδότης του ιταλόφωνου περιοδικού Giornale Letterario, με έδρα τη Ζάκυνθο. Όταν ο Αλή πασάς κατήγγειλε στις… …   Dictionary of Greek

  • Βενδότης, Γεώργιος — (Ζάκυνθος 1757 – Βιέννη 1795). Λόγιος. O Β. ή Βεντότης σπούδασε στην Ιταλία και παρέμεινε αρκετό διάστημα στη Βενετία, όπου εργάστηκε σε ελληνικό τυπογραφείο. Στο τυπογραφείο αυτό τύπωσε και μια μετάφρασή του από τα γαλλικά. Από τη Βενετία πήγε… …   Dictionary of Greek

  • Βεντότης, Γεώργιος — (Ζάκυνθος 1757 – Βιέννη 1795). Τυπογράφος, εκδότης και δημοσιογράφος. Μετά τη συμπλήρωση της εκπαίδευσής του στη Ζάκυνθο, μετανάστευσε στην Ιταλία και εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου εργάστηκε στο τυπογραφείο του Νικόλαου Γλυκύ. Στην Ιταλία… …   Dictionary of Greek

  • Γουζέλης, Δημήτριος — (Ζάκυνθος 1774 – Τζόγια Πύργου Ηλείας 1843).Ποιητής και πατριώτης. Έμαθε αρχαία ελληνικά και λατινικά από τον σοφό και ενθουσιώδη φιλελεύθερο θείο του Αντώνιο Μαρτελάο και ιταλικά και γαλλικά από καθολικούς ιερείς. Όταν καταλύθηκε η ενετική… …   Dictionary of Greek

  • Δανελάκης, Θωμάς — (Ζάκυνθος 1775 – 1828). Ποιητής. Το ποιητικό του έργο συνοψίζεται σε σατιρικούς και λυρικούς στίχους. Το 1797, όταν καταλύθηκε η κυριαρχία των Βενετών στη Ζάκυνθο, ο Δ. διασκεύασε στην ελληνική τη Μασσαλιώτιδα και μετά την Επανάσταση έγραψε έναν… …   Dictionary of Greek

  • Δεφαράνας, Μάρκος — (Ζάκυνθος 16ος αι.). Λόγιος. Είναι γνωστός από τα στιχουργήματά του Διδακτικοί λόγοι του πατρός προς τον υιόν (Βενετία, 1543) και Ιστορία των εκ του Δανιήλ περί της Σωσσάνης (Βενετία, 1569). Το πρώτο αποτελείται από 788 στίχους και το δεύτερο από …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”